σύνθοινος
σύνθοιν-ος, ον,
- = σύνδειπνος, Polem.Hist. 78, D.S. 10.22.
σύν·θοινος, ος, ον, c. le préc. Polém. (Ath. 234d).
Étym. σύν, θοίνη.
σύνθοινος, mitschmausend, Herodic. bei Ath. VII.234e.