συνθρησκευτής
συνθρησκευτής, fellow-worshipper
συνθρησκ-ευτής, οῦ, ὁ,
- fellow-worshipper, BCH 37.95 (Thessalonica), Cod.Just. 1.5.20.6.
συνθρησκευτής, fellow-worshipper