Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
Τανύσιος
Bailly 2024
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
τανυῆλιξ
τανυηχέτα
τανυηχής
τανύθριξ
τανυκνήμις
τανύκνημος
τανύκραιρος
τανυκρήπις
τάνυμαι
τανύμετρος
τανυμήκης
τάνυμι
τανῦν
τανύπεπλος
τανύπλεκτος
τανύπλευρος
τανυπλόκαμος
τανύπους
τανύπρεμνος
τανύπρωρος
τανύπρῳρος
τανύπτερος
τανυπτέρυγος
τανυπτέρυξ
τανύπτορθος
τανύρριζος
τανύρρινος
τανύρροιζος
τανύσθεν
τανυσίδρομος
Τανύσιος
τανυσίπτερος
τανυσιπτέρυγος
τάνυσις
τανυσίσκοπος
τανύσκιος
τανύσκομαι
τανυσκόπελος
τανύσκω
τάνυσσα
τανύστροφος
τανυστύς
τανύσφυρος
τάνυται
τανύτριχος
τανυφάντης
τανύφθογγος
τανύφλοιος
τανύφυλλος
τανυχειλής
τανύω
Τάξακις
ταξᾶτος
ταξείδιον
ταξεώτης
ταξεωτικός
ταξιαρχέω
ταξιάρχης
ταξιαρχία
ταξιαρχικός
ταξίαρχος
…
Τανύσιος
Save
Bailly 2024
Τανύσιος,
ου
(
ὁ
) =
lat.
Tanusius
,
n. d’h. rom.
Plut.
Cæs.
22
.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}