τεκεκτόνος Save LSJ Pape τεκεκτόνος, ον, f.l. for τεκοκτόνος in Orph. L. 315. τεκεκτόνος, zw. L. statt τεκοκτόνος, Orph. Lap. 10.9 ; s. Lobeck Phryn. 678.