τεκμαίρομαι
τεκμαίρομαι, τεκμαίρομαι, conclude, infer (verb)
- assign, ordain, esp. of the gods, ἐπεὶ τάδε γʼ ὧδε θεοὶ κακὰ τεκμήραντο Il. 6.349; Κρονίδης . . κακὰ . . τεκμαίρεται ἀμφοτέροισιν 7.70; πόλεμον, δίκην τισὶ τ . . . [Ζεύς], Hes. Op. 229, 239: generally, of any person in authority, appoint, πομπὴν δʼ ἐς τόδʼ ἐγὼ τεκμαίρομαι, ὄφρʼ ἐῢ εἰδῇς, αὔριον ἔς I am arranging your departure for to-morrow, Od. 7.317; ἄλλην δʼ ἧμιν ὁδὸν τεκμήρατο Κίρκη 10.563; ἐν οἷς ἂν (sc. τόποις) νομοφύλακες . . τεκμηράμενοι ἕδρας πρεπούσας, ὅρους θῶνται τῶν ὠνίων Pl. Lg. 849e; with a notion of foretelling, τότε τοι τεκμαίρομʼ ὄλεθρον Od. 11.112: c. inf., settle with oneself, i.e. design, purpose to do, h.Ap. 285, A.R. 4.559.
- II after Hom. almost always, judge from signs and tokens, estimate, προσβάσεις πύργων E. Ph. 180; κύματα, φύλλα, A.R. 4.217: abs., form a judgement or conjecture, ὡς ἀνθρώποις τεκμαίρεσθαι (sc. δέδοται) Alcmaeon 1; τέτταρσιν ὀφθαλμοῖς X. Cyr. 4.3.21; λέγουσι περὶ αὐτοῦ τεκμαιρόμενοι by conjecture, Id. Mem. 1.4.1.
- 2 the ground on which the judgment or conjecture is founded is commonly added in the dat., ἐμπύροις τεκμαίρεσθαι to judge by the burnt-offering, Pi. O. 8.3; τεκμαίρομαι ἔργοισιν Ἡρακλέος Id. Fr. 169.4; τ. τοῖσι νῦν ἔτι ἐοῦσι Πελασγῶν Hdt. 1.57; τοῖσι ἐμφανέσι τὰ μὴ γινωσκόμενα τ. judge of the unknown by the known, Id. 2.33, cf. 7.16.γ; ἔργῳ κοὐ λόγῳ τ. A. Pr. 338; τὰ καινὰ τοῖς πάλαι S. OT 916; τοῖς παροῦσι τἀφανῆ E. Fr. 574; τοὺς . . περιεσομένους τοῖς ξύμπασι σημείοισι by all the symptoms, Hp. Prog. 24, cf. Acut. 68; τὰ μέλλοντα τοῖς γεγενημένοις Isoc. 4.141; κατὰ [τὴν αἴσθησιν] . . τὸ ἄδηλον τῷ λογισμῷ τ. Epicur. Ep. 1p.6U.; περὶ τῶν μελλόντων τοῖς ἤδη γεγενημένοις Isoc. 6.59; also τ. τὰ μελλοντʼ ἐκ τῶν γεγενημένων Din. 1.33, cf. X. Mem. 4.1.2, Pl. Smp. 204c, Gal. 6.470; ἀφʼ αὑτοῦ τὴν νόσον τ. Ar. V. 76, cf. Th. 4.123, X. Mem. 3.5.6, Pl. Phd. 108a, R. 409a, 501b; τ. ἀπὸ τούτων εἰς τὰ ἄλλα Id. Tht. 206b; εἴ τι δεῖ τ. πρὸς τὸν ἄλλον αὐτοῦ τρόπον D. 27.22; πόθεν τοῦτο τεκμαίρῃ; Pl. Cri. 44a, cf. Phdr. 235c, R. 433b: rarely c. gen., τ. κατηγορίας οὐ προγεγενημένης from the fact that . ., Th. 3.53; τ. τῷ πυρὶ τῆς ὁδοῦ judge of the road by the fire, App. BC 5.87, cf. 45, Mith. 5, Arat. 1129, 1154; τ. τοῦ δένδρου πρὸς τὴν ναῦν estimate the tree with reference to . ., Philostr. Im. 2.17, cf. VA 1.22.
- 3 c. acc. et inf., τ. τοῦτο οὕτως ἕξειν ἐκ τοῦδε X. Cyr. 8.1.28, cf. Pl. R. 578c, Gal. 6.588, PRyl. 74.5 (ii A.D.); also folld. by a relat. Particle, τεκμαιρόμενος ὅτι . . taking as an indication the fact that . ., Th. 1.1, cf. X. Lac. 8.2; ὡς μέγα . . τὴν Αἴτνην ὄρος εἶναί φασι, τεκμαίρου guess how great . ., Pl.Com. 37; τ. εἰ . . to be uncertain whether . ., AP 12.177 (Strat.).
- 4 recognize, ὄπα κούρης A.R. 4.73; Ἀλέξανδρον APl. 16.121.
- III put forth, stretch out, ὁλκόν, οὖρον ( ὅρον), D.P. 101, 135, 178: abs., project, of teeth, Nic. Th. 231.
- B Act. τεκμαίρω only in post-Hom. Poets, show by a sign or token, make proof of, τεκμαίρει χρῆμʼ ἕκαστον circumstance proves the man, Pi. O. 6.73; τεκμαίρει . . ἰδεῖν gives signs [for men] to see, Id. N. 6.8; ἀλλά μοι . . τέκμηρον, ὅ τι μʼ ἐπαμμένει παθεῖν A. Pr. 605 (lyr.); κελεύθους indicate them, Nic. Th. 680; τ. ἀοιδήν guide it . ., Arat. 18.
1) als Ziel oder Grenze setzen, übh. festsetzen, anordnen ; bes. von der Gottheit od. dem Geschicke, verhängen, κακά τινι, Il. 6.349, 7.70 ; πόλεμόν τινι, Hes. O. 231 ; vom Könige, πομπὴν δʼ ἐς τόδʼ ἐγὼ τεκμαίρομαι, ich setze die Entsendung fest, Od. 7.317 ; δίκην, Hes. O. 241 ; auferlegen, anbefehlen, ἄλλην δʼ ἧμιν ὁδὸν τεκμήρατο Κίρκη, Od. 10.563 ; in Bezug auf die Zukunft = verkündigen, voraussagen, τότε τοι τεκμαίρομʼ ὄλεθρον, 11.112, 12.139 ; c. inf., bei sich festsetzen, beschließen, H.h. Apoll. 285, dem φρονεῖν 287 entsprechend. – Pind. hat so auch das act. τεκμαίρω, zeigen, durch ein Zeichen erkennen lassen, bezeichnen, τεκμαίρει χρῆμʼ ἕκαστον Ol. 6.73, τεκμαίρει συγγενὲς ἰδεῖν N. 6.8 ; u. so sagt Aesch. Prom. 608 ἀλλά μοι τορῶς τέκμηρον, ὅτι μʼ ἐπαμμένει παθεῖν, verkünde mir ; endigen ; τεκμήρατε πᾶσαν ἀοιδήν, Arat. 18.
2) aus gewissen Zeichen erkennen, vermuten, schließen, bes. für die Zukunft, einen Schluß machen, eine Vorbedeutung ziehen, ἐμπύροις τεκμαιρόμενοι, Pind. Ol. 8.3, aus dem Brandopfer ein Zeichen entnehmen, schließen, vgl. frg. 151.5 ; ἔργῳ κοὐ λόγῳ τεκμαίρομαι, Aesch. Prom. 336 ; ἀνὴρ ἔννους τὰ καινὰ τοῖς πάλαι τεκμαίρεται, er schließt aus dem Alten auf das Neue, Soph. O.R. 916 ; εἰ τοῖς πάροιθε χρὴ τεκμαίρεσθαι, Eur. Rhes. 705 ; ἀφʼ αὑτοῦ τὴν νόσον τεκμαίρεται, Ar. Vesp. 76 ; ἐσθῆτι, aus der Kleidung schließen, an ihr erkennen, Her. 7.16.3, τούτοις τεκμαιρόμενος λέγω, 1.57 ; Thuc. 1.1, 4.123 ; περὶ τῶν μελλόντων τοῖς γεγενημένοις, aus dem Vergangenen die Zukunft erraten, beurteilen, Isocr. 6.59 ; Antiph. 5.81 ; πολὺ δικαιότερόν ἐστι τοῖς ἔξ ἀρχῆς ῥηθεῖσι τεκμαίρεσθαι, Dem. 34.48 ; ἔκ τινος, Plat. Rep. II.368b ; ἀπό τινος εἰς τὰ ἄλλα, Theaet. 206b ; εἴ τι δεῖ τοῖς πρόσθεν ὡμολογημένοις τεκμαίρεσθαι, Etwas folgern, Euthyd. 289b ; ὥστε γε τῷ ποδὶ τεκμήρασθαι, Phaedr. 230b ; τεκμηράμενος ἕδρας πρεπούσας, bezeichnend, Legg. VIII.849e ; Xen. Cyr. 7.5.62 ; ὀφθαλμοῖς, 4.3.21 ; τεκμήρασθαι ἦν τῷ ψόφῳ, man konnte es aus dem Geräusche schließen, An. 4.2.4 ; τεκμήραιο δʼ ἂν τοῦτο καὶ ἀπὸ τῶν ἔν ναυσίν, Xen. Mem. 3.5.6 ; τοῦτο δʼ ἄν τις τεκμήραιτο ἐκ τούτου, Pol. 26.10.12 ; auch mit στοχάζεσθαι vrbdn, 9.2 l, 6. – sich nach einem Zeichen umschen, oft mit dem Nebenbegriffe des Begehrens, Valcken Eur. Phoen. 186 ; τεκμαίρομαι εἴ με πεφίληκε, ungewiß sein, Strat. 19 (XII.177); τεκμαίρεσθαί τι πρός τι, Etwas auf ein Ziel hinrichten, vgl. Dion.Per. 100, 135. – Zählen, Ap.Rh. 4.217, τίς τάδε τεκμήραιτο.
[τέκμαρ = τέκμωρ.]
3 sing. aor. τεκμήρατο Od. 10.563.
3 pl. τεκμήραντο Il. 6.349,
- 1
To ordain, appoint, decree : τάδε κακά Il. 6.349,
[Κρονίδης] τεκμαίρεται ἀμφοτέροισιν, εἰς ὅ κεν ἢ . . . ἢ . . . (app., settles an appointed time against which either . . . or . . .) Il. 7.70. Cf. Od. 7.317, Od. 10.563.
- 2
To foretell : ὄλεθρον Od. 11.112 = Od. 12.139.
- 1
- Ito fix by a mark or boundary, to ordain, decree, Hom.: to lay a task upon a person, enjoin, appoint, Od.:—c. inf. to design, purpose to do, Hhymn.
- IIto judge from signs and tokens, to form a judgment respecting a thing, calculate, Eur.: absol. to conjecture, Xen.:—the reason is added in the dat., ἐμπύροις τεκμαίρεσθαι to judge by the burnt-offering, Pind.; τεκμ. ἔργωι κοὐ λόγωι τ. Aesch.; τὰ καινὰ τοῖς πάλαι Soph., etc.:—c. inf., τ. τοῦτο οὕτω ἕξειν Xen.
- Ban Act. τεκμαίρω occurs in Poets, to shew by a sign or token, τεκμαίρει χρῆμʼ ἕκαστον circumstance proves the man, Pind.; τεκμαίρει ἰδεῖν gives signs [for men] to see, Pind.; τέκμηρον, ὅ τι μʼ ἐπαμμένει παθεῖν shew me what it awaits me to suffer, Aesch.
-
…ἀγαθῇ, εἰ ταύτῃ τοῖς θεοῖς φίλον, ταύτῃ ἔστω · οὐ μέντοι οἶμαι ἥξειν αὐτὸ τήμερον. πόθεν τοῦτο τεκμαίρῃ ; ἐγώ σοι ἐρῶ. τῇ γάρ που ὑστεραίᾳ δεῖ με ἀποθνῄσκειν ἢ ᾗ ἂν ἔλθῃ τὸ πλοῖον. φασί…
Plato, Crito
-
…φασί γέ τοι δὴ οἱ τούτων κύριοι. οὐ τοίνυν τῆς ἐπιούσης ἡμέρας οἶμαι αὐτὸ ἥξειν ἀλλὰ τῆς ἑτέρας. τεκμαίρομαι δὲ ἔκ τινος ἐνυπνίου ὃ ἑώρακα ὀλίγον πρότερον ταύτης τῆς νυκτός · καὶ κινδυνεύεις ἐν καιρῷ τινι οὐκ ἐγεῖραί με…
Plato, Crito
-
…ἀέκοντα δέ σʼ οὔ τις ἐρύξει Φαιήκων · μὴ τοῦτο φίλον Διὶ πατρὶ γένοιτο. πομπὴν δʼ ἐς τόδʼ ἐγὼ τεκμαίρομαι, ὄφρʼ ἐὺ εἰδῇς, αὔριον ἔς · τῆμος δὲ σὺ μὲν δεδμημένος ὕπνῳ λέξεαι, οἱ δʼ ἐλόωσι γαλήνην…
Homer, Odyssey
-
…τέθηλε πόλις, λαοὶ δʼ ἀνθεῦσιν ἐν αὐτῇ · εἰρήνη δʼ ἀνὰ γῆν κουροτρόφος, οὐδέ ποτʼ αὐτοῖς ἀργαλέον πόλεμον τεκμαίρεται εὐρύοπα Ζεύς · οὐδέ ποτʼ ἰθυδίκῃσι μετʼ ἀνδράσι λιμὸς ὀπηδεῖ οὐδʼ ἄτη, θαλίῃς δὲ μεμηλότα ἔργα νέμονται. τοῖσι…
Hesiod, Works and Days
-
…λαβούσῃ κἀπιθυμιάματα. ὑψοῦ γὰρ αἴρει θυμὸν Οἰδίπους ἄγαν λύπαισι παντοίαισιν · οὐδʼ ὁποῖʼ ἀνὴρ ἔννους τὰ καινὰ τοῖς πάλαι τεκμαίρεται, ἀλλʼ ἐστὶ τοῦ λέγοντος, εἰ φόβους λέγοι. ὅτʼ οὖν παραινοῦσʼ οὐδὲν ἐς πλέον ποιῶ, πρὸς σʼ…
Sophocles, Oedipus Tyrannus
-
…Ἀθηναίων, ὡς ἐπολέμησαν πρὸς ἀλλήλους, ἀρξάμενος εὐθὺς καθισταμένου καὶ ἐλπίσας μέγαν τε ἔσεσθαι καὶ ἀξιολογώτατον τῶν προγεγενημένων, τεκμαιρόμενος ὅτι ἀκμάζοντές τε ᾖσαν ἐς αὐτὸν ἀμφότεροι παρασκευῇ τῇ πάσῃ καὶ τὸ ἄλλο Ἑλληνικὸν ὁρῶν ξυνιστάμενον πρὸς ἑκατέρους, τὸ…
Thucydides, The Peloponnesian War
-
…ἂν ἐπὶ τὴν Ἀττικὴν αὐτὴν βαδίζῃ καὶ τὸν Πειραιᾶ, τοῦτʼ ἐρεῖ, εἴπερ οἷς πρὸς τοὺς ἄλλους πεποίηκε δεῖ τεκμαίρεσθαι. τοῦτο μὲν γὰρ Ὀλυνθίοις, τετταράκοντʼ ἀπέχων τῆς πόλεως στάδια, εἶπεν ὅτι δεῖ δυοῖν θάτερον, ἢ ἐκείνους…
Demosthenes, Speeches
-
…δʼ αὐτὸς μή τι πημανθῇς ὁδῷ. πολλῷ γʼ ἀμείνων τοὺς πέλας φρενοῦν ἔφυς ἢ σαυτόν · ἔργῳ κοὐ λόγῳ τεκμαίρομαι. ὁρμώμενον δὲ μηδαμῶς ἀντισπάσῃς. αὐχῶ γὰρ αὐχῶ τήνδε δωρεὰν ἐμοὶ δώσειν Δίʼ, ὥστε τῶνδέ σʼ ἐκλῦσαι πόνων…
Aeschylus, Prometheus Bound
-
…ἐλθὸν Δωρικὸν ἐκλήθη. ἥντινα δὲ γλῶσσαν ἵεσαν οἱ Πελασγοί, οὐκ ἔχω ἀτρεκέως εἰπεῖν. εἰ δὲ χρεόν ἐστι τεκμαιρόμενον λέγειν τοῖσι νῦν ἔτι ἐοῦσι Πελασγῶν τῶν ὑπὲρ Τυρσηνῶν Κρηστῶνα πόλιν οἰκεόντων, οἳ ὅμουροί κοτε ἦσαν τοῖσι νῦν Δωριεῦσι…
Herodotus, The Histories
-
…τοῖσιν ἐγὼ μετὰ μῦθον ἔειπον · φάσθε νύ που οἶκόνδε φίλην ἐς πατρίδα γαῖαν ἔρχεσθʼ · ἄλλην δʼ ἧμιν ὁδὸν τεκμήρατο Κίρκη, εἰς Ἀίδαο δόμους καὶ ἐπαινῆς Περσεφονείης ψυχῇ χρησομένους Θηβαίου Τειρεσίαο. ὣς ἐφάμην, τοῖσιν δὲ κατεκλάσθη φίλον…
Homer, Odyssey