τεκμηρίωμα Save τεκμηρίωμα, proof LSJ Bailly 2024 τεκμηρί-ωμα, ατος, τό, proof, f.l. in Gal. UP 5.3. τεκμηρίωμα, ατος (τὸ) c. le suiv. Gal.