τελεστός
τελεστός, fulfilled
τελεσ-τός, ή, όν,
- fulfilled, ἐπὶ τελεστῶν ἀγαθῶν dub. in IG 2(2).4548.
τελεστός, adj. verb. von τελέω, vollendet, eingeweiht, Sp.
τελεστός, fulfilled