τελέστωρ
τελέστωρ, a priest
τελέσ-τωρ, ορος, ὁ, poet. for τελεστής, as epith. of Apollo, AP 9.525.20.
τελέστωρ, ορος (ὁ) c. τελεστής, Anth. 9, 525, 20.
τελέστωρ, ορος, ὁ, poet. = τελεστής, so heißt Apollo Hymn. (IX.525.20).
τελέστωρ, ορος, ὁ,
τελέω III
- a priest, Anth.