τερπνότης
τερπνότης, pleasantness, delight
τερπνότης, ητος, ἡ,
- pleasantness, delight, LXX Ps. 15(16).11 (pl.), 26(27).4, Aristeas 307, Poll. 3.97, Hsch. s.v. τέρψις.
τερπνότης, ητος, ἡ, Vergnügen, Annehmlichkeit, Sp.