Τέρπανδρος Save Bailly 2024 Slater Pindar Τέρπ·ανδρος, ου (ὁ) Terpandros, poète lyrique, Pd. fr. 92. Étym. τέρπω, ἀνήρ. Τέρπανδρος the lyric poet. (βάρβιτος) τόν ῥα Τέρπανδρός ποθʼ ὁ Λέσβιος εὗρεν πρῶτος fr. 125. 1.