τριλαμπής Save Bailly 2024 Pape τρι·λαμπής, ής, ές [ῐ] qui brille d’un triple éclat, Naz. Étym. τρεῖς, λάμπω. τριλαμπής, ές, dreifach, d.i. sehr glänzend, Sp.