τρικυλίνδητος
τρικυλίνδητος, thrice-rolled
τρῐ-κῠλίνδητος, ον,
- thrice-rolled, gloss on τρικαλίνδητος, EM 766.22, Phot.
τρικυλίνδητος, dreimal, d.i. sehr, viel gewälzt, auch τρικαλίνδητος, EM.