τρικύαθος
τρικύαθος, holding three
τρῐκύᾰθος [ῠ], ον,
- holding three κύαθοι, Anacr. 32.
τρι·κύαθος, ος, ον [ῐᾰ] qui contient trois cyathes, Anacr. 29.
Étym. τρεῖς, κύαθος.
τρικύαθος, drei κύαθοι haltend, κελέβη Anacr. bei Ath. XI.475f.