Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
τροχάδια
τροχάδια, walking-shoes
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
τροφή
τρόφημα
τροφητικός
τρόφι
τροφιά
τροφίας
τροφικός
τροφιμαῖος
τρόφιμος
Τρόφιμος
τροφιμότης
τρόφιον
τροφιόομαι
τρόφιος
τροφιοῦται
τρόφις
τροφῖτις
τροφιώδης
τροφόεις
τροφοποιός
τροφός
τροφοσαρκωτική
τροφοφορέω
τροφοφόρος
τροφώ
τροφώδης
Τροφωνιάδαι
Τροφώνιος
τροχαδάριος
τροχάδην
τροχάδια
τροχάζω
τροχαιειδής
τροχαιϊκός
τροχαϊκός
τροχαιοειδής
τροχαῖος
τροχαιοχόρειος
τροχαιοχορεῖος
τροχαϊσμός
τροχαλεῖον
τροχάλειον
τροχαλία
τροχαλίζομαι
τροχαλίζω
τροχαλιώδης
τροχαλός
τροχαλῶς
τροχαντήρ
τροχαντήριον
τροχαρέα
τροχάς
τρόχασμα
τροχαστής
τροχαστικός
τροχάω
τροχειλέα
τροχεῖον
τροχελλέα
τροχεός
τροχερός
…
τροχάδια
Save
τροχάδια, walking-shoes
LSJ
τροχᾰδ-ια, τά,
walking-shoes,
Edict.Diocl.
9.12.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}