About Report a problem

Menu

φθογγάζομαι

φθογγ-άζομαι,
  • = φθέγγομαι, Παλλάδος αἰγὶς μυρίων φθογγάζεται κλαγγαῖς δρακόντων Pi. Dith. 2.18, cf. Ion Trag. 53 (lyr.); Κύκλωψ φθογγάζετο μύρμηξ AP 9.539.

Saved

Recent