φθογγάζομαι
φθογγ-άζομαι,
- = φθέγγομαι, Παλλάδος αἰγὶς μυρίων φθογγάζεται κλαγγαῖς δρακόντων Pi. Dith. 2.18, cf. Ion Trag. 53 (lyr.); Κύκλωψ φθογγάζετο μύρμηξ AP 9.539.
φθογγάζομαι (seul. prés. et impf.) c. φθέγγομαι, Ion (Phil. 2, 466) ; Anth. 9, 539.
φθογγάζομαι, = φθέγγομαι ; Ep.adesp. (IX.539); Ion bei Philo II p. 466.
φθογγάζομαι
- 1give tongue ἀλκάεσσά τε Παλλάδος αἰγὶς μυρίων φθογγάζεται κλαγγαῖς δρακόντων (φθ]ογγαι[ Π.) Δ. 2. 18.
φθογγάζομαι,
Dep. = φθέγγομαι, Anth.