φοιταλιεύς Save LSJ Bailly 2024 Pape φοιτ-ᾰλιεύς, έως, ὁ, = sq., Opp. C. 4.236. φοιταλιεύς, έως (ὁ) [ᾰ] c. le suiv. Opp. 4, 236. φοιταλιεύς, ὁ, = φοιταλιώτης, Opp. Cyn. 4.236.