φροντίζω
φροντίζω, φροντίζω, think; worry (verb)
- I abs., consider, reflect, take thought, φροντίζων εὑρίσκω Hdt. 5.24, cf. A. Pr. 1034, Supp. 418 (lyr.), Ar. Nu. 75, al.; ζητεῖν καὶ φ. καὶ βουλεύεσθαι Isoc. 9.41; give heed, pay attention, Pl. R. 558a.
- 2 to be thoughtful or anxious, πεφροντικὸς βλέπεις you look careworn, E. Alc. 773; τίς δʼ ἔστιν ὁ . . φροντίζων; Phryn. Com.21; τὸ πεφροντικός, as Subst., care, thought, Plu. Sollert. 2.983b.
- II with an object,
- 1 c. acc. rei, consider, ponder, ἔχθος ἐμόν Thgn. 1247; Σωκράτης . . -ίζων τι ἕστηκε Pl. Smp. 220c; δεινά . . τοῖς τεκοῦσι φροντίσαι A. Pers. 245 (troch.); [ὀνείρατα] Hdt. 7.16.βʹ; devise, μηχανήν Id. 5.67; τοῦτο φ. ὅκως μὴ λείψομαι Id. 7.8.α (nisi leg. τοῦτον) ; ἐκεῖνο δʼ οὐ πεφροντίκαμεν, ὅτῳ τρόπῳ . . μνημονεύσομεν Ar. Ec. 263; also directly folld. by a relat. clause, φ. ἥντινʼ [ὁδὸν] ἴω προτέρην Thgn. 912; φ. πρὸς ἑωυτὸν ὡς δώσει Hdt. 8.100; ἐφρόντισʼ ᾗ διέφθαρται βίος E. Hipp. 376; φ. ὅ τι βούλεται ἑαυτὸν καλεῖν D. 39.2, cf. X. Mem. 3.7.6; φ. τί ποτε τοῦτʼ ἔστι Id. Cyr. 3.3.32; take thought that . ., see to it that, ὅπως . . Pl. Ap. 29e, X. An. 2.6.8, PHib. 1.82.10 (iii B. C.); later ἵνα . . ib. 43.7 (iii B. C.), Plb. 2.8.8; ὡς . . PTeb. 10.6, al. (ii B. C.): c. inf., Ep.Tit. 3.8, BGU 8 ii 4 (iii A. D.), etc.: folld. by μή with subj., φ. μὴ ἄριστον ᾖ Hdt. 1.155, cf. X. Mem. 4.2.39, cf. infr. III; οὐδὲν φ. εἰ . . Pl. Grg. 503a; φ. εἴτε . ., εἴτε . . Id. R. 344e: c. inf., Plu. Fab. 12: c. part., φροντίζεθʼ ὡς μαχούμενοι S. El. 1370.
- 2 c. gen., take thought for, give heed to a thing, regard it, mostly with a neg. expressed or implied, σοὶ δʼ ἔμεθεν μὲν ἀπήχθετο φροντίσδην Sapph. 41 (s.v.l.); Περσέων οὐδὲν φ. Hdt. 3.97, cf. 100, 151, 4.167; γῆ αὐχμοῦ φροντίζουσα οὐδέν Id. 4.198; Πενθέως οὐ φροντίσας E. Ba. 637 (troch.); μηδὲν ὅρκου φροντίσῃς Ar. Lys. 915; τῶν οἰκετῶν . . μηδὲν φ. Lys. 7.17; μηδενὸς ἄλλου φ., πλὴν ὅπως . . Isoc. 15.305; οὐδὲ τῶν νόμων φροντίζουσι Pl. R. 563d; τὸ παράπαν θεῶν μὴ φ. Id. Lg. 701c; conversely, τοὺς θεοὺς φ. οὐδὲν τῶν ἀνθρωπίνων ib. 888c, cf. Men. Epit. 552: so with Advbs. implying a neg., σμικρὰ φ. ὄχλου E. Or. 801 (troch.); ὀλίγον φ. δεσποτῶν Id. Cyc. 163; σμικρὸν φ. Σωκράτους Pl. Phd. 91c; also without neg., οὗπερ δεῖ μάλιστα φ. E. Heracl. 242; τοῦ μὲν ὀνόματος φ., τοῦ δὲ πράγματος ἀμελεῖν And. 4.27; σφόδρα σοῦ φ. X. Mem. 3.11.10; εἰ σοφὸς ἀνὴρ ταφῆς φροντιεῖ Demetr.Lac. Herc. 1012.26; later, to be steward or bailiff, τῶν ὑπαρχόντων τινός BGU 300.4 (ii A. D.): so with Preps., φ. περί τινος to be concerned or anxious about, σφέων αὐτῶν πέρι Hdt. 8.36, cf. X. Mem. 1.1.12, E. Hipp. 709; ὑπέρ τινος Pl. Euthphr. 4d; ὑπὲρ σωτηρίας D. 1.2; less freq. in this sense c. acc. only, [Σωκράτης] τἄλλα μὲν πεφρόντικεν Eup. 352; ἄλλο οὐδὲν φροντίζειν Pl. Grg. 501e; ἀλλʼ οὐ τὰ βίου . . δεῖ φροντίσαι Men. 330; ἡ δʼ ἐφρόντισʼ οὐδὲ ἕν Cratin. 302 (troch.).
- b later, see to, provide for, furnish, σιτάριον, χρήσιμα, ZUP 73.5, 69.2 (both ii B. C.); τὰ ἐπιβάλλοντα τῇ ἑορτῇ BGU 845.18 (ii A. D.); μηδὲν φροντίσας Pherecr. 80.
- c c. acc. et part., οὐ φροντίζει σκληρῶς σε καθήμενον Ar. Eq. 783 (anap.).
- 3 the object is freq. unexpressed, ἐφρόντιζε ἱστορέων, i. e. inquired carefully, Hdt. 1.56; οἲ τοὺς φίλους βλάπτοντες οὐ φροντίζετε who though ye do mischief to your friends reck not of it, E. Hec. 256; μὴ φροντίσῃς heed it not Ar. V. 228; οὐ, μὰ Δίʼ, οὐδʼ ἐφρόντισα Id. Ra. 493, cf. 650, Pl. 215, 704; c. part., τοιαῦτα . . γιγνόμενα . . ὁρῶντες οὐδὲν φροντίζετε And. 4.23.
- III Med. in signf. II.1, φροντιζόμενον μή . . X. Hier. 7.10: c. acc., E. IT 343 (s. v. l.).
- IV later in Pass., to be an object of thought or care, πεφροντισμένος carefully thought out; λόγος D.S. 15.78, 16.32; λόγοι πεφρ. εὖ Philostr. VS 1.11; τρέφονται τροφῇ πεφροντισμένῃ Ael. NA 7.9; of a ward, ἡ-ομένη ὑπʼ ἐμοῦ θυγατριδῆ BGU 300.16 (ii A. D.).
1. nadenken, overwegen,
2. bezorgd zijn om, zorgen voor,
2) c. acc., erwägen, überlegen ; τοῦτο ἐφρόντιζον, ὅκως Her. 7.8.1, vgl. 16.2 ; Plat. Apol. 29e neben ἐπιμελεῖσθαι ; auch εἰ …, Gorg. 502e ; φροντίζεθʼ ὡς τούτοις τε καὶ σοφωτέροις πλείοσιν μαχούμενοι Soph. El. 1362 ; – τινός, für Etwas Sorge tragen, sich um Etwas kümmern, auf Etwas achten ; Her. 4.198 ; δεσποτῶν Eur. Cycl. 162 ; μηδὲν ὅρκου φροντίσῃς Ar. Lys. 915 ; Plat. θεῶν μὴ φροντίζειν Legg. III.701c ; φροντίζειν τοὺς θεοὺς οὐδὲν τῶν ἀνθρωπίνων X.888c ; οἱ τῆς ἀληθείας οὐδὲν φροντίζοντες Crat. 414d ; Folgde : τῶν Λακεδαιμονίων Lys. 12.77 ; τῶν λοιπῶν Dem. 1.11 ; οὐδὲν φροντίζουσιν αὐτῶν Isocr. 4.123 ; – φρόντισον ἐμοὶ ἱμάτιον, besorge mir ein Kleid, Ep.adesp. 73 (V.40); – περί τινος, besorgt, bekümmert um Etwas sein, sich um Etwas kümmern, Her. 8.36 ; eben so ὑπέρ τινος, Plat. Euthyphr. 4d ; ὑπὲρ τῆς σωτηρίας Dem. 1.2 ; οἳ τοὺς φίλους βλάπτοντες οὐ φροντίζετε Eur. Hec. 256, der auch vrbdt τί σεμνὸν καὶ πεφροντικὸς βλέπεις, ernst und sorgenvoll, Alc. 776.
Pass. Gegenstand der Sorge, Sorgfalt sein, Xen. Hier. 7.10 ; πεφροντισμένος, sorgfältig ausgearbeitet, λόγος Philostr.; τρέφονται τροφῇ πεφροντισμένῃ Ael. H.A. 7.9.
Strong 5431
to give heed, take thought (in cl. usually absol., c acc., c. gen.), c. inf., Tit 3:8 (v. Bl., § 69, 4; M, Pr., 206 f.).†
- Iabsol. to think, consider, reflect, take thought, have a care, give heed, Theogn., Hdt., Attic: to be thoughtful or anxious, πεφροντικὸς βλέπειν to look thoughtful, Eur.
- IIwith an object,
- 1c. acc. rei, to think of, consider, to think out, devise, contrive, Hdt., Attic; foll. by relat. clause, the Verb being in fut., φ. τοῦτο, ὅκως μὴ λείψομαι Hdt.; φρ. πρὸς ἑωυτὸν ὡς δώσει Hdt.; φρ. ὅπως . . to take thought or consider how a thing shall be done, Plat.
- 2c. gen. to take thought for, give heed to a thing, care about it, regard it, mostly with a negat., Περσέων οὐδὲν φρ. Hdt.; Πενθέως οὐ φροντίσας Eur.; οὐδὲ τῶν νόμων φροντίζουσι Plat.;—so with Advs. implying a negat., σμικρὸν φρ. Σωκράτους Plat.:—so also, with a prep., φρ. περί τινος to be concerned or anxious about a thing, Hdt., Xen.:— μὴ φροντίσῃς heed it not, Ar.; οὐ, μὰ Δίʼ, οὐδʼ ἐφρόντισα Ar. from φροντίς
-
…δικαιοσύνη ἐστίν ; οὐδαμῶς. ἀλλὰ τιμιώτερον ; πολύ γε. οὐκ ἄρα, ὦ βέλτιστε, πάνυ ἡμῖν οὕτω φροντιστέον τί ἐροῦσιν οἱ πολλοὶ ἡμᾶς, ἀλλʼ ὅτι ὁ ἐπαΐων περὶ τῶν δικαίων καὶ ἀδίκων, ὁ εἷς καὶ αὐτὴ…
Plato, Crito
-
…ταῖς αὑτοῦ, ὃς καὶ ἐπὶ τὴν ἐμὴν οἰκίαν φοιτῶν εἰσῄει βίᾳ, καὶ οὔτε τῆς ἀδελφῆς οὔτε τῶν ἀδελφιδῶν φροντίσας ζητεῖν με ἐτόλμα, καὶ ἐξευρὼν οὗ δειπνῶν ἐτύγχανον, ἐκκαλέσας ἔτυπτέ με ; καὶ τότε μὲν ἄρα, ἵνα…
Lysias, Speeches
-
…μὲν μόνος αὐτοὺς διαφθείρει, οἱ δʼ ἄλλοι ὠφελοῦσιν. ἀλλὰ γάρ, ὦ Μέλητε, ἱκανῶς ἐπιδείκνυσαι ὅτι οὐδεπώποτε ἐφρόντισας τῶν νέων, καὶ σαφῶς ἀποφαίνεις τὴν σαυτοῦ ἀμέλειαν, ὅτι οὐδέν σοι μεμέληκεν περὶ ὧν ἐμὲ εἰσάγεις. ἔτι…
Plato, Apology
-
…. συνδραμόντων δὲ ἀνθρώπων πολλῶν καὶ ἀγανακτούντων τῷ πράγματι καὶ δεινὰ φασκόντων εἶναι τὰ γιγνόμενα, τῶν μὲν λεγομένων οὐδὲν ἐφρόντιζον, Μόλωνα δὲ τὸν γναφέα καὶ ἄλλους τινὰς ἐπαμύνειν ἐπιχειροῦντας συνέκοψαν. ἤδη δὲ αὐτοῖς οὖσι παρὰ τὴν Λάμπωνος οἰκίαν…
Lysias, Speeches
-
…καὶ αὐτὴ ἡ ἀλήθεια. ὥστε πρῶτον μὲν ταύτῃ οὐκ ὀρθῶς εἰσηγῇ, εἰσηγούμενος τῆς τῶν πολλῶν δόξης δεῖν ἡμᾶς φροντίζειν περὶ τῶν δικαίων καὶ καλῶν καὶ ἀγαθῶν καὶ τῶν ἐναντίων. ἀλλὰ μὲν δή, φαίη γʼ ἄν τις ,…
Plato, Crito
-
…ὁ Θρασύμαχος, τουτὶ ἄλλως ἔχειν ; ἔοικας, ἦν δʼ ἐγώ ἤτοι ἡμῶν γε οὐδὲν κήδεσθαι, οὐδέ τι φροντίζειν εἴτε χεῖρον εἴτε βέλτιον βιωσόμεθα ἀγνοοῦντες ὃ σὺ φῂς εἰδέναι. ἀλλʼ, ὠγαθέ, προθυμοῦ καὶ ἡμῖν ἐνδείξασθαι οὔτοι…
Plato, Republic
-
…, δίκην ἐπιθεὶς τῷ ἀδικοῦντι, ἵνα μὴ ἐνθάδε μένω καταγέλαστος παρὰ νηυσὶ κορωνίσιν ἄχθος ἀρούρης. μὴ αὐτὸν οἴει φροντίσαι θανάτου καὶ κινδύνου ; οὕτω γὰρ ἔχει, ὦ ἄνδρες Ἀθηναῖοι, τῇ ἀληθείᾳ · οὗ ἄν τις ἑαυτὸν τάξῃ…
Plato, Apology
-
…ὑπʼ ἐμοῦ εἰρημένα ἐν τῇ βουλῇ ἀπολογούμενος ἔλεγεν, ὀνειδίζων μὲν τοῖς φεύγουσιν, ὅτι διʼ αὑτὸν κατέλθοιεν, οὐδὲν φροντιζόντων Λακεδαιμονίων, ὀνειδίζων δὲ τοῖς τῆς πολιτείας μετέχουσιν, ὅτι πάντων τῶν πεπραγμένων τοῖς εἰρημένοις τρόποις ὑπʼ ἐμοῦ αὐτὸς αἴτιος…
Lysias, Speeches
-
…ἡμῖν, ὦ μακάριε Κρίτων, οὕτω τῆς τῶν πολλῶν δόξης μέλει ; οἱ γὰρ ἐπιεικέστατοι, ὧν μᾶλλον ἄξιον φροντίζειν, ἡγήσονται αὐτὰ οὕτω πεπρᾶχθαι ὥσπερ ἂν πραχθῇ. ἀλλʼ ὁρᾷς δὴ ὅτι ἀνάγκη, ὦ Σώκρατες, καὶ τῆς…
Plato, Crito
-
…, καὶ δόξης καὶ τιμῆς, φρονήσεως δὲ καὶ ἀληθείας καὶ τῆς ψυχῆς ὅπως ὡς βελτίστη ἔσται οὐκ ἐπιμελῇ οὐδὲ φροντίζεις ; καὶ ἐάν τις ὑμῶν ἀμφισβητήσῃ καὶ φῇ ἐπιμελεῖσθαι, οὐκ εὐθὺς ἀφήσω αὐτὸν οὐδʼ ἄπειμι, ἀλλʼ ἐρήσομαι αὐτὸν…
Plato, Apology