φροντίστρια
φροντίστρια, guardian
φροντ-ίστρια, ἡ, fem. of φροντιστής,
- guardian, υἱωνοῦ PLond. 3.1164a6 (iii A. D.), cf. BGU 1662.4 (ii A. D.).
φροντίστρια, guardian