χρυσεόνωτος
χρῡσεό-νωτος, ον,
- = χρυσόνωτος, ἀσπίς E. Fr. 159 (lyr.).
χρυσεό·νωτος, ος, ον [ῡ] c. χρυσόνωτος, Eur. (Sch.-Eur. Ph. 1130).
χρυσεόνωτος, [ῡ], = χρυσόνωτος, ἀσπίς Eur. frg. Antig. 19.