χρυσεόμαλλος
χρῡσεό-μαλλος, ον,
- = χρυσόμαλλος, ποίμνα, δέρος, E. El. 724 (lyr.), Hyps.Fr. 3(1)ii 22 (lyr.), cf. Orph. A. 1018.
χρυσεό·μαλλος, ος, ον [ῡ] c. χρυσόμαλλος, Eur. El. 725 ; Orph. Arg. 1016.
χρυσεόμαλλος, [ῡ], = χρυσόμαλλος ; ποίμνα Eur. El. 725 ; Orph. Arg. 1016.
χρυσεόμαλλος
χρῡσεό-μαλλος, ον,
= χρυσόμαλλος, Eur.