About
Menu

χρυσεόμαλλος

χρῡσεό-μαλλος, ον,
  • = χρυσόμαλλος, ποίμνα, δέρος, E. El. 724 (lyr.), Hyps.Fr. 3(1)ii 22 (lyr.), cf. Orph. A. 1018.

Saved

Recent