χρυσεοβόστρυχος
χρυσεοβόστρυχος, with golden tresses
χρῡσεο-βόστρῠχος, ον,
- with golden tresses, Διὸς ἔρνος E. Ph. 191 (lyr.), Philox. 8.
χρυσεο·βόστρυχος, ος, ον [ῡῠ] aux boucles et aux tresses d’or, Eur. Ph. 191 ; Philox. (Ath. 564a).
Étym. χρ. βόστρυχος.
χρυσεοβόστρυχος, [ῡ], ον, = χρυσοβόστρυχος ; Eur. Phoen. 198 ; Philem. bei Ath. XIII.564e.
χρυσεοβόστρυχος
χρῡσεο-βόστρῠχος, ον,
= χρυσοβόστρυχος, Eur.