χρυσεόδμητος
χρυσεόδμητος, formed of gold
χρῡσεό-δμητος, ον,
- built or formed of gold, A. Ch. 617 (lyr., but Herm. χρυσεοκμήτοισι, gold-wrought).
χρυσεό·δμητος, ος, ον [ῡ] fait (litt. bâti) d’or, Eschl. Ch. 616.
Étym. χρ. δέμω.
χρυσεόδμητος, [ῡ], l.d. für χρυσεόκμητος.
χρυσεόδμητος
χρῡσεό-δμητος, ον,
- formed of gold, Aesch.