χρυσεομίτρης
χρῡσεο-μίτρης, ου, ὁ,
- = χρυσομίτρης, AP 9.524.23:— fem. χρῡσεο-μίτρα, Melinno ap. Stob. 3.7.12.
χρυσεο·μίτρης, ου (ὁ) [ῡ] c. χρυσομίτρης, Anth. 9, 524, 23.
χρυσεομίτρης, [ῡ], ὁ, = χρυσομίτρης ; so heißt Bacchus im Hymnus (IX.524); πίναξ Ath. IV.130.
χρυσεομίτρης
χρῡσεο-μίτρης, ου, ὁ,
μίτρα
= χρυσομίτρης, Anth.