χρυσεόκαρπος Save Bailly 2024 Pape χρυσεό·καρπος, ος, ον [ῡ] c. χρυσόκαρπος, Poet. lyr., fr. adesp. 122 Bgk. χρυσεόκαρπος, [ῡ], = χρυσόκαρπος, Drac. p. 36.