χρυσεοκόλλητος
χρῡσεο-κόλλητος, ον,
- = χρυσοκόλλητος, Paul.Sil. Ambo 159.
χρυσεο·κόλλητος, ος, ον, c. χρυσοκόλλητος, P. Sil. Ecphr. amb. 159.
χρυσεοκόλλητος, [ῡ], = χρυσοκόλλητος, Paul.Sil. ambo 159.