χρυσεοκόμης
χρῡσεο-κόμης, ου, Dor. -κόμας, α, ὁ,
- = χρυσοκόμης, Simon. 26B, Pae.Delph. 3.
χρυσεο·κόμης, ου (ὁ) [ῡ] c. χρυσοκόμης, Poèt. (Arstt. Rhet. 3, 8, 6) ||
➳ Dor. χρυσεοκόμας, Sim. fr. 34.
χρυσεοκόμης, [ῡ], ὁ, = χρυσοκόμης, poet. bei Arist. rhet. 3.8.