χρύσεος
χρύσεος, χρυσοῦς, of gold
- golden, freq. in Ep., esp. of what belonged to gods, χρυσέῳ ἐν δαπέδῳ, χρυσέοις δεπάεσσι, χρύσειον ἐπὶ θρόνον, etc., Il. 4.2, 3, 8.442, al.; χ. τάλαντα the golden scales of Zeus, 22.209; χ. ἰτύς, ζυγόν, of Heraʼs chariot, 5.724, 730; ἱμάσθλη χ., of Zeus and Poseidon, 8.44 = 13.26; ζώνη χ., of Calypso and Circe, Od. 5.232 = 10.545, etc.; δόμος Sapph. l.c.; of possessions of mortals, Il. 4.133, 5.425, al.: sts. enriched or adorned with gold, χ. σκῆπτρον 1.15, cf. 246; μάχαιρα 18.598; θύραι Od. 7.88; κλῖναι, κρητῆρες, Hdt. 9.82, 80; ἕστηκε . . Ἀλέξανδρος ὁ χ., of a statue, Id. 8.121; χρυσοῦς στάθητι Luc. Pseudol. 15.
- 2 χρύσεια μέταλλα gold-mines, Th. 4.105 (the only instance of χρύσειος in Att., cf. χρυσεῖον).
- 3 χρυσοῦς (sc. στατήρ), ὁ, a gold coin, = στατήρ, IG 7.303.98, al. (Oropus, iii B. C.), IPE 12.32A13 (Olbia, iii B. C.), LXX Ge. 24.22, Plu. Per. 25 (in Pap., not a coin, but the equivalent of 20 silver drachmae, PCair.Zen. 28.11 (iii B. C.), etc.); χρυσοῖ ἐπίσημοι Plb. 4.56.3, cf. Poll. 9.53, 59, Hsch.
- 4 χρύσεον, τό, gold plaque, SIG 1122.7 (Selinus, V B.C.).
- II gold-coloured, golden-yellow, ἔθειραι Il. 8.42, 13.24; χ. νέφη ib. 523, etc.; ἀέρος κόμαι Pi. Pae. 6.137; τῶν τὰ χρυσᾶ the yolks of eggs, Ath. 9.376d.
- III metaph., golden, χρυσέη Ἀφροδίτη Il. 3.64, Od. 8.337; Μοῖσα Pi. I. 8(7).5; σθένος ἀελίου χ. Id. P. 4.144; ὦ χ. θύγατερ Διός S. OT 188 (lyr.); Ἐλπίς ib. 158 (lyr.); τιμή Id. Ant. 699; ὦ χρυσοῖ θεοί Ar. Ra. 483; χ. ὑγίεια Pi. P. 3.73; λογισμοῦ ἀγωγή Pl. Lg. 645a; ἦθος Antiph. 212.5; τὸ χ. ὀρνίθων γένος Id. 175; χ. γένος ἀνθρώπων, of the Golden Age, Hes. Op. 109, cf. Pl. R. 468e, Phdr. 235e, Cra. 397e.
- b sts. used ironically, ἐγὼ δὲ ὁ χ. but I, fine fellow that I am . ., Luc. Laps. 1; Πλάτωνα χρυσοῦν (sc. Ἐπίκουρος ἐκάλει) D.L. 10.8, cf. Menodot. ap. Gal. Subf.Emp. 63.
- 2 wealthy, Palaeph. 31.4 (s. v. l.). [χρῡσέη, χρῡσέην, χρῡσέου, χρῡσέῳ, etc., in Hom. must be pronounced as disyll., as is fully proved by such passages as Il. 1.15, 374: but Lyric Poets sts. used ῠ in χρύσεος, Pi. P. 3.73, 4.4, 144, al., B. 9.6, 15.2; so also Trag., but only in Lyr., not in Iambics or Anapaestics, S. OT 157, 188, Ant. 103, E. Med. 632, 978, IA 1051, IT 1253, Tr. 856, Ba. 372, Heracl. 916, HF 351, 396, El. 192; sts. also Epigrammatists, AP 6.292.2 (Hedyl.), 7.233.1 (Apollonid.), 13.18.4 (Parmeno), APl. 16.96.8.]
1) golden, von Gold gemacht, mit Gold geziert, ausgelegt ; oft bei Hom. u. Hes., bei denen bes. Alles, was den Göttern angehört, golden heißt ; dah. auch Ἀφροδίτη χρυσέη (zweisilbig zu lesen), die goldgeschmückte, Il. 3.64, Od. 8.337 u. sonst ; σκῆπτρον Il. 2.268 u. öfter, und häufig vom Geräte, wie δέπας, ἀμφιφορεύς, κύπελλον, u. sonst ; Νίκη, Νηρηΐδες, Pind. I. 2.26, N. 5.7, u. sonst ; χρυσοῖς δὲ φωνεῖ γράμμασιν Aesch. Spt. 416 ; Soph. öfter, wie Eur.; – vergoldet, Her. 8.82, vgl. 80 ; Plat., der auch vrbdt φίλτατος εἶ καὶ ὡς ἀληθῶς χρυσοῦς, Phaedr. 235e ; – ὁ χρυσοῦς, sc. στατήρ, eine Goldmünze, aureus, Nicom. bei Ath. 781f, Plut. Pericl. 25, Antip.Thess. 3 (V.31); s. Jacobs AP p. 779.
2) goldfarbig, goldgelb ; von Haaren, ἔθειραι, der Rosse des Poseidon, Il. 8.42 ; vom Helmbusch, 19.383, 22.316 ; νέφος, 13.523, 18.206 ; κόμη, Pind. I. 6.49 ; dah. τὸ χρυσοῦν τοῦ ὠοῦ, das Gelbe im Ei, Dotter, Sp.
Υ der Regel nach lang, dah. χρῡσέη, χρῡσέην, χρῡσέου, χρῡσέῳ u. vgl. Formen bei Hom. stets zweisilbig zu lesen sind, vgl. Il. 1.15 χρυσέῳ ἀνὰ σκήπτρῳ ; es wird von den Lyrikern zuweilen kurz gebraucht, s. Böckh de metr. Pind. P. 289 u. zu P. 4.1 ; u. so in den lyrischen Stellen der Tragg. (aber nie in den Anapästen u. den Jamben), s. Erf. zu Soph. Ant. 103, Seidler Eur. Troad. 536 Elmsl. Med. 618, Bacch. 97 ; selten auch in der Anth., vgl. Jacobs AP p. 197, 274 ; die spätern Epiker aber richten sich durchaus nach Homer.]
-η, -ον
[χρυσός.]
(Cf. χρύσειος. Often with synizesis of the second and third syllables.)
- 1
Of gold, golden : δαπέδῳ Il. 4.2, δεπάεσσιν 3, περόνῃ Il. 5.425. Cf. Il. 4.111, Il. 5.724, Il. 6.320, Il. 9.670, Il. 18.375, Il. 23.92, etc. : Od. 3.472, Od. 4.131, Od. 6.79, Od. 8.431, Od. 15.460, etc.
In reference to the hue of clouds Il. 13.523, Il. 14.344, Il. 18.206.
Epithet of Aphrodite Il. 3.64, Il. 5.427, Il. 19.282, Il. 22.470, Il. 24.699 : Od. 4.14, Od. 8.337, 342, Od. 17.37= Od. 19.54.
- 2
Studded, ornamented or fitted with gold : σκήπτρῳ Il. 1.15. Cf. Il. 5.727, Il. 6.236, Il. 11.31, etc. : Od. 11.91, 610, etc.
- 1
- a golden of things, i. e. made of, decorated with gold; esp. of that which belongs to the gods. θεὸς ἔδωκεν δίφρον τε χρύσεον πτέροισίν τʼ ἀκάμαντας ἵππους O. 1.87 χρυσέας ὑποστάσαντες κίονας O. 6.1 βρέχε θεῶν βασιλεὺς ὁ μέγας χρυσέαις νιφάδεσσι πόλιν (Tricl.: -έαισι codd.) O. 7.34 χρυσέα φόρμιγξ P. 1.1 χρυσέοις τόξοισιν P. 3.9 Κρόνου παῖδας βασιλῆας ἴδον χρυσέαις ἐν ἕδραις P. 3.94 χρυσέαν φιάλαν P. 4.193 “ἄφθιτον στρωμνὰν ἀγέσθω, κῶας αἰγλᾶεν χρυσέῳ θυσάνῳ” P. 4.231 ἔνεικέ τε χρυσέῳ παρθένον ἀγροτέραν δίφρῳ (sc. Ἀπόλλων) P. 9.6 “δώμασιν ἐν χρυσέοις” (in Olympos) P. 9.56 χρυσέων ἐς ἄδυτον τριπόδων θησαυρὸν P. 11.4 φόρμιγγʼ Ἀπόλλων ἑπτάγλωσσον χρυσέῳ πλάκτρῳ διώκων N. 5.24 χρυσέων δʼ Αἴας στερηθεὶς ὅπλων φόνῳ πάλαισεν N. 8.27 “οὐρανοῦ ἐν χρυσέοις δόμοισιν” N. 10.88 χρυσέων οἴκων ἄναξ (sc. Ἡρακλέης) I. 4.60 χάλκεοι μὲν τοῖχοι χρύσεαι δʼ ἓξ ὑπὲρ αἰετοῦ ἄειδον Κηληδόνες (of the third Delphic temple of Apollo) Πα. 8. 70. κεκρότηται χρυσέα κρηπὶς ἱεραῖσιν ἀοιδαῖς fr. 194. 1. μάλων χρυσέων φύλαξ (sc. Πίνδαρος) fr. 288. χρυσέων βελέων ἐντὶ τραυματίαι (of those greedy for gold) fr. 223.
- b gold in colour “σθένος ἀελίου χρύσεον λεύσσομεν” P. 4.144 ὦ χρυσέᾳ κόμᾳ θάλλων Λοξία I. 7.49 νέφεσσι δʼ ἐν χρυσέοις Ὀλύμποιο Pae. 6.92 τότε χρύσεαῐ ἀέρος ἔκρυψαν κόμαι ἐπιχώριον κατάσκιον νῶτον ὑμέτερον Pae. 6.137
- c magnificent, splendid, of horses, χρυσέαισί τʼ ἀν ἵπποις (Er. Schmid: -αισίν ἀν, -έαις κἀν codd.) O. 1.41 ἀνʼ ἵπποις χρυσέαις O. 8.51 χρυσέαισιν ἵπποις fr. 30. 2. of crowns, κόσμον ἐπὶ στεφάνῳ χρυσέας ἐλαίας ἁδυμελῆ κελαδήσω O. 11.13 δάφνᾳ τε χρυσέᾳ κόμας ἀναδήσαντες P. 10.40 Ὀλυμπιάδων φύλλοις ἐλαιᾶν χρυσέοις μιχθέντα N. 1.17 of gods, χρύσεαι παῖδες εὐβούλου Θέμιτος O. 13.8 ἀπὸ χρυσεᾶν Νηρηίδων N. 5.7 χρυσέας ἐν γούνασιν πίτνοντα Νίκας I. 2.26 αἰτέομαι χρυσέαν καλέσαι Μοῖσαν I. 8.5 generally, ὑγίειαν ἄγων χρυσέαν P. 3.73 χρυσέων Διὸς αἰετῶν P. 4.4 χρυσέα κλυτόμαντι Πυθοῖ Pae. 6.1
Strong 5552
golden, i.e. made or overlaid with gold: II Ti 2:20, He 9:4, Re 1:12, 13, 20 2:1 4:4 5:8 8:3 9:13, 20 14:14 15:6, 7 17:4 21:15.†
a
a.α
ἐγγράψας ἀ[νὰ λάμναν] χρυσῆν ἢ ἀργυρᾶν ἢ κασσιτ[ερί]νην τοὺς χαρακτῆ[ρα]ς τούτους
graba en una lámina de oro, plata o estaño estos signos
εἰς δὲ πέταλον χρυσοῦν τὸ ξίφος τοῦτο γράφε
sobre una lámina de oro graba esta espada
ἐπιγραφόμενον (φυλακτήριον) ἐπὶ χρυσέου πετάλου ἢ ἀργυρέου ἢ κασσιτερίνου
amuleto que se graba en una hoja de oro, de plata o de estaño
ἐπὶ τοῦ χρυσοῦ πετάλου ἐπίγραφε τοῦτο
sobre la lámina de oro graba esto
ἐπικαλοῦμαί σε τὸν ἐν τῷ χρυσῷ πετάλῳ
te invoco a ti, el que está en la lámina de oro
τελεῖται ἡλίοις τῆς ιγʹ αὕτη ἡ τελετὴ τοῦ χρυσοῦ πετάλου ἐκλειχομένου
este rito mágico se realiza a los soles del día décimo tercero, lamiendo la lámina de oro
εἰς δὲ τὸ κοίλωμα βάλε χρυσοῦν πέταλον κυπρίῳ γραφείῳ γράψας ψυχρηλάτῳ τινὸς τὸ ὄνομα
en el hueco pon una lámina de oro en la que hayas grabado con un estilo de cobre forjado en frío el nombre de alguien
a.β
τελέσ]σας τὸν λίθον ἐν χρυσῷ δακτυλίῳ φόρει
cuando hayas consagrado la piedra, llévala en un anillo de oro
a.γ
ἅπαξ λέγε καμμύων, ἐγχρίου στίμι κοπτικόν, ἐγχρίου μήλῃ χρυσῇ
dilo una vez cerrando los ojos y úngete con antimonio cóptico, úngete con una sonda de oro
b
b.α
τὸν μὲν οὐρανόν πτέρυξιν χρυσείαις αἰωνίαις σκεπάσας
protegiendo al cielo con doradas y eternas alas
b.δ
ὄψῃ ... κατερχόμενον θεὸν ὑπερμεγέθη ... ἐν χιτῶνι λευκῷ καὶ χρυσῷ στεφανῷ
verás que desciende un dios gigantesco con un manto blanco y una corona de oro
b.ε
χρύσεον σκῆπτρον ἑαῖς κατέχεις παλάμαισιν
sostienes en tus manos un cetro de oro
b.ζ
προέρχονται δὲ καὶ ἕτεροι ζʹ θεοὶ ... κατέχοντες ζʹ διαδήματα χρύσεα
avanzan también otros siete dioses portando siete diademas de oro
b.η
κηρύκειον, [τ]ῆς ταρταρούχου χρύσεον τὸ σάνδαλον
caduceo, sandalia aúrea de la que gobierna el Tártaro
- Igolden, of gold, decked or inlaid with gold, Hom., etc.: sometimes, = ἐπίχρυσος, gilded, gilt, Hdt.; cf. ἵστημι A. III.
- 2χρύσεια μέταλλα gold mines, Thu.; v. χρυσεῖον II.
- IIgold-coloured, golden-yellow, Il.
- IIImetaph. golden, χρυσέη Ἀφροδίτη Hom.; χρ. ὑγίεια Pind.; χρ. ἐλπίς Soph.; the first age of man was the golden, Hes. χρῡσέη, χρῡσέην, χρῡσέου, χρῡσέῳ etc., in Hom. must be pronounced as disyll.
-
…ἀπέδοσαν, εἰς τοσαύτην ἀπληστίαν καὶ αἰσχροκέρδειαν ἀφίκοντο καὶ τοῦ τρόπου τοῦ αὑτῶν ἀπόδειξιν ἐποιήσαντο · τῆς γὰρ Πολεμάρχου γυναικὸς χρυσοῦς ἑλικτῆρας, οὓς ἔχουσα ἐτύγχανεν, ὅτε τὸ πρῶτον ἦλθεν εἰς τὴν οἰκίαν Μηλόβιος ἐκ τῶν ὤτων ἐξείλετο. καὶ…
Lysias, Speeches
-
…τόφρα μάλʼ ἀμφοτέρων βέλεʼ ἥπτετο, πῖπτε δὲ λαός. ἦμος δʼ Ἠέλιος μέσον οὐρανὸν ἀμφιβεβήκει, καὶ τότε δὴ χρύσεια πατὴρ ἐτίταινε τάλαντα · ἐν δʼ ἐτίθει δύο κῆρε τανηλεγέος θανάτοιο Τρώων θʼ ἱπποδάμων καὶ Ἀχαιῶν χαλκοχιτώνων, ἕλκε δὲ…
Homer, Iliad
-
…ὅρκια πιστὰ ἄρνε δύω καὶ οἶνον ἐΰφρονα καρπὸν ἀρούρης ἀσκῷ ἐν αἰγείῳ · φέρε δὲ κρητῆρα φαεινὸν κῆρυξ Ἰδαῖος ἠδὲ χρύσεια κύπελλα · ὄτρυνεν δὲ γέροντα παριστάμενος ἐπέεσσιν · ὄρσεο Λαομεδοντιάδη, καλέουσιν ἄριστοι Τρώων θʼ ἱπποδάμων καὶ Ἀχαιῶν χαλκοχιτώνων ἐς…
Homer, Iliad
-
…πείσειʼ Ἀγαμέμνων πρίν γʼ ἀπὸ πᾶσαν ἐμοὶ δόμεναι θυμαλγέα λώβην. κούρην δʼ οὐ γαμέω Ἀγαμέμνονος Ἀτρεΐδαο, οὐδʼ εἰ χρυσείῃ Ἀφροδίτῃ κάλλος ἐρίζοι, ἔργα δʼ Ἀθηναίῃ γλαυκώπιδι ἰσοφαρίζοι · οὐδέ μιν ὧς γαμέω · ὃ δʼ Ἀχαιῶν ἄλλον ἑλέσθω…
Homer, Iliad
-
…ποιήσομαι ἠδʼ ἅμα πάντων, πιστὸν ἐμῷ θυμῷ καὶ τίμιον · αὐτὰρ ἔπειτα ὄλβου καὶ πλούτου δώσω περικαλλέα ῥάβδον, χρυσείην, τριπέτηλον, ἀκήριον ἥ σε φυλάξει πάντας ἐπικραίνουσα θεμοὺς ἐπέων τε καὶ ἔργων τῶν ἀγαθῶν, ὅσα φημὶ δαήμεναι…
NA, Homeric Hymns
-
…, ἀμφὶ ἓ νωμήσας, ἵνα μὴ μένοι ἤματα πάντα αὖθι παρʼ αἰδοίῃ Δημήτερι κυανοπέπλῳ. ἵππους δὲ προπάροιθεν ὑπὸ χρυσέοισιν ὄχεσφιν ἔντυεν ἀθανάτους Πολυσημάντωρ Ἀιδωνεύς. ἣ δʼ ὀχέων ἐπέβη, πάρα δὲ κρατὺς Ἀργειφόντης ἡνία καὶ μάστιγα λαβὼν μετὰ…
NA, Homeric Hymns
-
…μετὰ δʼ ἀνέρες οὓς ἔχε γῆρας · οἳ δʼ ἴσαν · ἦρχε δʼ ἄρά σφιν Ἄρης καὶ Παλλὰς Ἀθήνη ἄμφω χρυσείω, χρύσεια δὲ εἵματα ἕσθην, καλὼ καὶ μεγάλω σὺν τεύχεσιν, ὥς τε θεώ περ ἀμφὶς ἀριζήλω · λαοὶ…
Homer, Iliad
-
…ἦλθε θοὰς ἐπὶ νῆας Ἀχαιῶν χαλκοχιτώνων λυσόμενός τε θύγατρα φέρων τʼ ἀπερείσιʼ ἄποινα, στέμματʼ ἔχων ἐν χερσὶν ἑκηβόλου Ἀπόλλωνος χρυσέῳ ἀνὰ σκήπτρῳ, καὶ λίσσετο πάντας Ἀχαιούς, Ἀτρεΐδα δὲ μάλιστα δύω κοσμήτορε λαῶν. ἔνθʼ ἄλλοι μὲν πάντες ἐπευφήμησαν…
Homer, Iliad
-
…ἱροῦ καὶ ἄλλος κάτω νηός, ἔνθα ἄγαλμα μέγα τοῦ Διὸς ἔνι κατήμενον χρύσεον, καί οἱ τράπεζα μεγάλη παρακέεται χρυσέη, καὶ τὸ βάθρον οἱ καὶ ὁ θρόνος χρύσεός ἐστι · καὶ ὡς ἔλεγον οἱ Χαλδαῖοι, ταλάντων ὀκτακοσίων χρυσίου…
Herodotus, The Histories
-
…κλισίῃσι θέσαν, κάθισαν δὲ γυναῖκας, ἵππους δʼ εἰς ἀγέλην ἔλασαν θεράποντες ἀγαυοί. Βρισηῒς δʼ ἄρʼ ἔπειτʼ ἰκέλη χρυσέῃ Ἀφροδίτῃ ὡς ἴδε Πάτροκλον δεδαϊγμένον ὀξέϊ χαλκῷ, ἀμφʼ αὐτῷ χυμένη λίγʼ ἐκώκυε, χερσὶ δʼ ἄμυσσε στήθεά τʼ ἠδʼ…
Homer, Iliad