ἀδιατρεψία
ἀδιατρεψία, shamelessness
ἀδια-τρεψία, ἡ,
- shamelessness, Caligula ap. Suet. Cal. 29.
ἀδιατρεψία, ας (ἡ) audace, hardiesse, Suét. Calig. 29.
Étym. ἀδιάτρεπτος.
ἀδιατρεψία, ἡ, Beharrlichkeit, Suet. Calig. 29.