ἀθυροστομία
ἀθῠρο-στομία, ἡ,
- = ἀθυρογλωττία, Plu. Lib.educ. 2.11c, AP 5.251 (Paul.Sil.).
locuacidad desenfrenada, garrulería Plu.2.11c, AP ll.cc., Cyr.Al.Luc.1.363.
ἀθυροστομία, ας (ἡ) [ῠ] bavardage sans retenue, Plut. M. 11c ; Anth. 5, 252.
ἀθυροστομία, ἡ, = ἀθυρογλωττία, Paul.Sil. 6 (V.252); Plut. educ. p. 14.
ἀθυροστομία
from ἀθυρόστομος, = ἀθυρογλωττία, Anth.