ἀθυρόστομος
ἀθυρόστομος, ever-babbling
ἀθῠρό-στομος, ον,
- = ἀθυρόγλωττος, ἀ. Ἀχώ ever-babbling Echo, S. Ph. 188 (lyr.).
que no cierra la boca, que no calla
τῆς ἀρετῆς οὐδέποτε νικωμένης τοῖς τῶν ἀθυροστόμων ψόγοις
ἀθυρό·στομος, ος, ον [ῠ] qui bavarde sans mesure, indiscret, Soph. Ph. 188.
Étym. ἄθυρος, στόμα.
ἀθυρόστομος, = ἀθυρόγλωσσος, ἀχώ, Soph. Phil. 188, geschwätzig. Schol. πολυλάλητος.
ἀθυρόστομος
θύρα, στόμα, ἀθυρόγλωττος,
- ever-babbling, Soph.