ἀναμικτέον
ἀναμικτέον, one must mix
ἀνα-μικτέον,
- one must mix, Orib. Syn. 1.33.2.
hay que mezclar
τὸ ἔλαιον ἀκριβῶς τῷ ὕδατι
ἀναμικτέον, vb. du préc. Orib.
ἀναμικτέον, one must mix
hay que mezclar
τὸ ἔλαιον ἀκριβῶς τῷ ὕδατι