ἀνάσταμα Save LSJ DGE Bailly 2024 ἀνάσταμα, ατος, τό, dub. sens. in PPetr. 3 p.291. ἀνάσταμα v. ἀνάστημα. ἀνάσταμα, ατος (τὸ) [τᾰ] créature, Sib. 8, 268. Étym. th. ἀναστα- d’ἀνίστημι.