ἀναστάτης
ἀνα-στάτης, ου, ὁ,
- = ἀναστατήρ, A. Ag. 1227.
destructor
Ἰλίου
ἀναστάτης, ου (ὁ) [τᾰ] c. le préc. Eschl. Ag. 1227.
ἀναστάτης, ὁ, = ἀναστατήρ, Ἰλίου, Aesch. Ag. 1200.
destructor
Ἰλίου