ἀνασταλύζω
ἀνασταλύζω, sob
ἀναστᾰλύζω,
- sob, Anacr. 43.4. (Etym. dub.; cf. ἀσταλύζω.)
gemir
διὰ ταῦτα ἀνασταλύζω
•Cf.
ἀνα·σταλύζω [τᾰ] sangloter, Anacr. 60, 7.
ἀνασταλύζω, aufweinen, Anacr. 60.7.