ἀνασταύρωσις
ἀνασταύρωσις, crucifixion
ἀνασταύρ-ωσις, εως, ἡ,
- crucifixion, X.Eph. 4.2.
crucifixión
τοῦτο γὰρ τῆς ἀνασταυρώσεως ἔθος τοῖς ἐκεῖ
ἀνασταύρωσις, εως (ἡ) supplice du pal, X. Éph. 4, 2.
ἀνασταύρωσις, ἡ, das Kreuzigen.