ἀναστατέω
ἀναστατέω, carry off
ἀνα-στᾰτέω,
- carry off, or perh. seduce, POxy. 1836 (vi A.D.).
1 sublevar, soliviantar
τοὺς ὄχλους
2 raptar
ἀνεστάτησεν αὐτὴν καὶ ἔχι αὐτὴν ἐν τῷ οἴκῳ αὐτοῦ