ἀνακρύπτω
ἀνακρύπτω,
- only in aor. 2 ἀνέκρῠφε Nonn. D. 6.87.
ocultar, guardar
σφαῖραν ἀειδίνητον
ἀνακρύπτω, sorgfältig verbergen ?
ocultar, guardar
σφαῖραν ἀειδίνητον