ἀναπαλλοτρίωτος
ἀναπαλλοτρίωτος, inalienable
ἀναπαλλοτρίωτος, ον,
- inalienable, ἀγροί TAM 261b15 (Lycia).
inalienable
(ἀγροὺς) ἀ[ναπαλλο]τριώτους
ἀναπαλλοτρίωτος, inalienable
inalienable
(ἀγροὺς) ἀ[ναπαλλο]τριώτους