ἀνασκοπή
ἀνασκοπή, consideration
ἀνα-σκοπή, ἡ,
- consideration, Timo 61.
consideración, atención
γραμματική, τῆς οὔ τις ἀνασκοπὴ οὐδ' ἀνάθρησις
ἀνασκοπή, ῆς (ἡ) examen, recherche, Timon (Sext. M. 1, 53).
ἀνασκοπή, ἡ, Betrachtung, Untersuchung, Sext.Emp.