Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
ἀνεπισημάντως
Bailly 2024
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
ἀνεπίληπτος
ἀνεπιλήπτως
ἀνεπίληστος
ἀνεπιλογιστέω
ἀνεπιλογιστία
ἀνεπιλόγιστος
ἀνεπιλογίστως
ἀνεπίλυτος
ἀνεπιμέλητος
ἀνεπιμηνίευτος
ἀνεπίμικτος
ἀνεπιμιξία
ἀνεπίμομφος
ἀνεπίμονος
ἀνεπιμώμητος
ἀνεπινοησία
ἀνεπινόητος
ἀνεπίξεστος
ἀνεπίπλαστος
ἀνεπίπλεκτος
ἀνεπίπληκτος
ἀνεπιπλήκτως
ἀνεπιπληξία
ἀνεπίπλοκος
ἀνεπίπρατος
ἀνεπιπρόσθητος
ἀνεπίρρεκτος
ἀνεπιρρήτως
ἀνεπιρρώνυμι
ἀνεπισήμαντος
ἀνεπισημάντως
ἀνεπισημείωτος
ἀνεπισκεπτεί
ἀνεπίσκεπτος
ἀνεπισκέπτως
ἀνεπισκεύαστος
ἀνεπίσκευος
ἀνεπισκεψία
ἀνεπισκίαστος
ἀνεπισκόπητος
ἀνεπίσκοπος
ἀνεπισκότητος
ἀνεπισκότιστος
ἀνεπίσπαστος
ἀνεπισταθμεία
ἀνεπιστάθμευτος
ἀνεπίσταθμος
ἀνεπιστάμων
ἀνεπιστασία
ἀνεπιστάτητος
ἀνεπίστατος
ἀνεπιστάτως
ἀνεπίστευτος
ἀνεπιστημονέω
ἀνεπιστημονικός
ἀνεπιστημόνως
ἀνεπιστημοσύνη
ἀνεπιστήμων
ἀνεπίστητος
ἀνεπιστρεπτεί
ἀνεπιστρεπτέω
…
ἀνεπισημάντως
Save
Bailly 2024
ἀνεπισημάντως,
adv.
sans signe distinctif,
Apsin.
p. 43, 7
.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}