Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
ἀνεπιστημόνως
Bailly 2024
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
ἀνεπιπρόσθητος
ἀνεπίρρεκτος
ἀνεπιρρήτως
ἀνεπιρρώνυμι
ἀνεπισήμαντος
ἀνεπισημάντως
ἀνεπισημείωτος
ἀνεπισκεπτεί
ἀνεπίσκεπτος
ἀνεπισκέπτως
ἀνεπισκεύαστος
ἀνεπίσκευος
ἀνεπισκεψία
ἀνεπισκίαστος
ἀνεπισκόπητος
ἀνεπίσκοπος
ἀνεπισκότητος
ἀνεπισκότιστος
ἀνεπίσπαστος
ἀνεπισταθμεία
ἀνεπιστάθμευτος
ἀνεπίσταθμος
ἀνεπιστάμων
ἀνεπιστασία
ἀνεπιστάτητος
ἀνεπίστατος
ἀνεπιστάτως
ἀνεπίστευτος
ἀνεπιστημονέω
ἀνεπιστημονικός
ἀνεπιστημόνως
ἀνεπιστημοσύνη
ἀνεπιστήμων
ἀνεπίστητος
ἀνεπιστρεπτεί
ἀνεπιστρεπτέω
ἀνεπιστρεπτί
ἀνεπίστρεπτος
ἀνεπιστρέπτως
ἀνεπιστρεφέω
ἀνεπιστρεφής
ἀνεπιστρεψία
ἀνεπιστρόφητος
ἀνεπίστροφος
ἀνεπιστρόφως
ἀνεπισυμβάτως
ἀνεπισύναφος
ἀνεπισφαλής
ἀνεπίσχετος
ἀνεπισχέτως
ἀνεπίτακτος
ἀνεπιτάκτως
ἀνεπίτατος
ἀνεπιτάττω
ἀνεπιτάτως
ἀνεπιτελέω
ἀνεπιτετελεσμένος
ἀνεπίτευκτος
ἀνεπιτευξία
ἀνεπιτέχνητος
ἀνεπιτεχνήτως
…
ἀνεπιστημόνως
Save
Bailly 2024
ἀνεπιστημόνως,
adv.
sans savoir,
Xén.
Cyn.
3, 11 ;
Plat.
Leg.
636
e
.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}