ἀνεπισκότιστος Save Bailly 2024 Pape ἀν·επισκότιστος, ος, ον, c. le préc. Procl. Ptol. p. 144. Étym. ἀν-, ἐπισκοτίζω. ἀνεπισκότιστος, nicht verdunkelt, Proclus.