ἀνεπιλογιστία Save DGE Pape ἀνεπιλογιστία -ας, ἡ irreflexión διὰ τὴν ἐκ νεότητος ἀνεπιλογιστίαν ἁμαρτουσῶν Sch.Od.15.225. ἀνεπιλογιστία, ἡ, Unüberlegtheit, Schol. Od. 15.225.