ἀνεπιστρόφητος Save LSJ DGE ἀνεπι-στρόφητος, ον, = sq., PTeb. 27.168 (ii B.C.). ἀνεπιστρόφητος -ον indiferente περὶ τῶν κατ' αὐτόν PTeb.27.106 (II a.C.).