Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
ἀνεπισυμβάτως
DGE
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
ἀνεπίσκοπος
ἀνεπισκότητος
ἀνεπισκότιστος
ἀνεπίσπαστος
ἀνεπισταθμεία
ἀνεπιστάθμευτος
ἀνεπίσταθμος
ἀνεπιστάμων
ἀνεπιστασία
ἀνεπιστάτητος
ἀνεπίστατος
ἀνεπιστάτως
ἀνεπίστευτος
ἀνεπιστημονέω
ἀνεπιστημονικός
ἀνεπιστημόνως
ἀνεπιστημοσύνη
ἀνεπιστήμων
ἀνεπίστητος
ἀνεπιστρεπτεί
ἀνεπιστρεπτέω
ἀνεπιστρεπτί
ἀνεπίστρεπτος
ἀνεπιστρέπτως
ἀνεπιστρεφέω
ἀνεπιστρεφής
ἀνεπιστρεψία
ἀνεπιστρόφητος
ἀνεπίστροφος
ἀνεπιστρόφως
ἀνεπισυμβάτως
ἀνεπισύναφος
ἀνεπισφαλής
ἀνεπίσχετος
ἀνεπισχέτως
ἀνεπίτακτος
ἀνεπιτάκτως
ἀνεπίτατος
ἀνεπιτάττω
ἀνεπιτάτως
ἀνεπιτελέω
ἀνεπιτετελεσμένος
ἀνεπίτευκτος
ἀνεπιτευξία
ἀνεπιτέχνητος
ἀνεπιτεχνήτως
ἀνεπιτήδειος
ἀνεπιτηδειότης
ἀνεπιτηδείως
ἀνεπιτήδεος
ἀνεπιτήδευτος
ἀνεπιτηδεύτως
ἀνεπιτίμητος
ἀνεπίτμητος
ἀνεπιτρέπτως
ἀνεπιτρόπευτος
ἀνεπίτροπος
ἀνεπιτυχής
ἀνεπιτυχία
ἀνεπιφανής
ἀνεπίφαντος
…
ἀνεπισυμβάτως
Save
DGE
ἀνεπισυμβάτως
adv.
no casualmente
ἀ. ὁρᾶται
Gr.Nyss.M.46.1157B.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}