Ἀπείρηθεν
Ἀπείρηθεν, from Apeire
Ἀπείρηθεν, v. Ἀπειραῖος.
adv. de, desde Epiro
τήν ποτ' Ἀπείρηθεν νέες ἤγαγον
Ἀπείρηθεν [ᾰ] adv. d’Épire, Od. 7, 9 ; cf. Ἀπειραίη.
Ἀπείρηθεν
Ἀπειραῖος
- from Apeire, Od.