ἀπόκοψις
ἀπόκοψις, cutting off
ἀπόκοψις, εως, ἡ,
- cutting off, ὀστέων Hp. Art. 68.
corte, amputación
ὀστέων
ἀπόκοψις, εως, ion. -ιος (ἡ) coupure, section nette, Hpc. 831e.
Étym. ἀποκόπτω.
ἀπόκοψις, cutting off
corte, amputación
ὀστέων