About Report a problem

Menu

ἀπομελανισμός

ἀπομελανισμός -οῦ, ὁ

alquim. acción de desennegrecer οἷόν ἐστι λεύκωσις καὶ ἀ. τῶν εἰδῶν διὰ τῆς τοῦ πυρὸς ἐνεργείας Comarius 291.17.

Saved

Recent