ἀπομέλανσις Save LSJ DGE ἀπομέλ-ανσις, εως, ἡ, = λεύκωσις, Olymp.Alch. p.91 B. ἀπομέλανσις -εως, ἡ alquim. acción de desennegrecer op. μέλανσις Olymp.Alch.91.15.