ἀπόμελι
ἀπόμελι, honey-water
ἀπόμελι, ιτος, τό,
- honey-water, an inferior kind of mead, Dsc. 5.9.
- 2 = ὀξύγλυκυ, τό, Antyll. ap. Orib. 5.29.8, Philagr.ib. 5.17, Gal. 6.274.
aguamiel, hidromel
καλοῦσι δέ τινες καὶ ἀ. τὸ ἐκπλυνομένων τῶν κηρίων ὕδατι σκευαζόμενον ὑδρόμελι καὶ ἀποτιθέμενον
ἀπόμελι δὲ κάλλιστον ἐν ὕδατι σκευάζεται
ὑδρόμελι δὲ καὶ ἀπόμελι καὶ μελίμηλον αὐτὰ μὲν ἐφ' ἑαυτῶν οὐκ ἐπιτήδεια πόματα
•Comp. de ἀπό c. valor peyor. y μέλι, q.u.
ἀπό·μελι, ιτος (τὸ) sorte d’hydromel, Diosc. 5, 17, ou d’oxymel, Gal. 6, 128a.
Étym. ἀ. μέλι.
ἀπόμελι, ιτος, τό, eine Art schlechten Meths, Honigwasser, Galen.